καταγλωττιζω

καταγλωττιζω
    καταγλωττίζω
    (только impf. κατεγλώττιζον и part. pf. pass. κατεγλωττισμένος)
    1) сладострастно целовать
    

τὸ μέλος κατεγλωττισμένον Arph. — ласкающий напев

    2) оглушать болтовней
    

τέν πόλιν ποιεῖν κατεγλωττισμένην σιωπᾶν Arph. — своей болтовней привести (весь) город к молчанию

    3) молоть языком, сплетничать
    

διέβαλλε καὴ ψευδῆ κατεγλώττιζέ μου Arph.(Клеон) оклеветал и оболгал меня


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "καταγλωττιζω" в других словарях:

  • καταγλωττίζω — (Α) 1. φιλώ λάγνα ενώνοντας χείλη με χείλη και γλώσσα με γλώσσα 2. καταβάλλω κάποιον με τη γλώσσα, αποστομώνω 3. μιλώ εναντίον κάποιου («ψευδῆ καταγλώττιζέ μου», Αριστοφ.) 4. (η μτχ. παθ. παρακμ.) κατεγλωττισμένος, η, ον αυτός που έχει γραφεί με… …   Dictionary of Greek

  • καταγλωττίζει — καταγλωττίζω bill pres ind mp 2nd sg καταγλωττίζω bill pres ind act 3rd sg καταγλωττίζω bill pres ind mp 2nd sg (attic) καταγλωττίζω bill pres ind act 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταγλώττιζε — καταγλωττίζω bill pres imperat act 2nd sg καταγλωττίζω bill pres imperat act 2nd sg (attic) καταγλωττίζω bill imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταγλωττίζειν — καταγλωττίζω bill pres inf act (attic epic) καταγλωττίζω bill pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταγλωττίζεσθαι — καταγλωττίζω bill pres inf mp καταγλωττίζω bill pres inf mp (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταγλωττίζομαι — καταγλωττίζω bill pres ind mp 1st sg καταγλωττίζω bill pres ind mp 1st sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεγλωττισμένον — καταγλωττίζω bill perf part mp masc acc sg (attic) καταγλωττίζω bill perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεγλωττισμένων — καταγλωττίζω bill perf part mp fem gen pl (attic) καταγλωττίζω bill perf part mp masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεγλωττισμέναις — καταγλωττίζω bill perf part mp fem dat pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεγλωττισμένη — καταγλωττίζω bill perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεγλωττισμένην — καταγλωττίζω bill perf part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»